Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
λυροπρόσωπος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: λυροπρόσωπος
Προφορά: λυροπρόσωπος
που έχει πρόσωπο στενόμακρο σαν τη λύρα
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Παράδειγμα:
Πήραμ’ τη λυροπρόσωπον την αγγουρομυτίαν.
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια