Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λύνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: λύνω Προφορά: λύνω
  1. λυώνω, λύνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Ο ήλεν έλυσεν τα χͮόνα̤.
    2) Ατόσον που νουνίζ’ ατο, σίτ' έστεκα ελύγα.
    3) Έλυσες με ασήν γούλαν κι έδεσες με ασά μέσα. (αντίθετο του δένω)
    4) Δέβα λύσον το ζών. (αντίθετο του δένω)
    5) Λύνω, δένω και κουβαρά̤ζω. (στεναχωριέμαι)
    6) Λύνω μέσα ή ζωνάρ’. (αποπατώ)
    7) Λύουμαι. (λυώνω το κορμί μου).
    8) Να μή λύεσαι! (όταν πεθάνεις, κατάρα)

  2. λύω, λιώνω, ξεζεύω, διαλύω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Παθητική Φωνή:
    λύγουμαι

Παρατηρήσεις - Σχόλια