Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

λύρα (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λύρα Προφορά: λύρα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    μουσικό όργανο του Πόντου και της Κρήτης

  2. είδος έγχορδου μουσικού οργάνου Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου
  3. λύρα Πηγή: Γλωσσικά Πόντου - Νίκου Σιδηροπούλου

    1. Προέλευση:
    από την Ορφική λύρα από την οποία προέρχεται η ονομασία του μόνο.

    2. Σχόλια:
    Έγχορδο μουσικό όργανο των Ποντίων, διάφορα κατά την κατασκευή του, της εφτάχορδης ή εννεάχορδης ορφικής λύρας γιατί η ποντιακή είναι τρίχορδη και παίζεται με δοξάρι σαν ένα είδος βιολιού απ' ότι κιθάρας καθώς ήταν η λύρα των προγόνων μας.

    Γενική πτώση: τη λύρας
    Αιτιατική πτώση: την λύραν

    3. Παράδειγμα:
    Λυριτζ̌ή σύρον σεβνταλία το τοξάρι σ' ση λύρας τα τέλα̤ . (Λυράρη οι δοξαριές σου νά 'ναι παθιάρικες)

    4. Αναφορά:
    τιν δ' αδυεπής τε λύρα γλυκύς τ'αυλός αναπάσσει χάριν... ( Πίνδαρος Ολυμπιονίκες 10, 11, 93)

Παρατηρήσεις - Σχόλια