Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

καρακόλ (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: καρακόλ' Προφορά: καρακόλ
  1. φυλάκιο Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Επιπλέον Ερμηνεία:
    σταθμός χωροφυλακής

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη karakol

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    στρατιωτικό φυλάκιο

Παρατηρήσεις - Σχόλια