Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

χάλαγμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: χάλαγμαν Προφορά: χάλαγμαν
  1. χαλασμός, όλεθρος, κατεδάφιση Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  2. κατεδάφιση, όλεθρος, αφανισμός, στάθμευση, διακόρευση Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια