χάλαγμαν (το) [Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: χάλαγμαν
Προφορά: χάλαγμαν
-
χαλασμός, όλεθρος, κατεδάφιση
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
κατεδάφιση, όλεθρος, αφανισμός, στάθμευση, διακόρευση
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης