Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

λυκοχάντζα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: λυκοχάντζα̤ Προφορά: λυκοχάντζεα
  1. οι εννέα τελευταίες ημέρες του Φεβρουαρίου και οι εννέα πρώτες του Μαρτίου, στο διάστημα των οποίων έχουν ερωτικό οργασμό οι λύκοι, που είναι και πιο επικίνδυνοι Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

Παρατηρήσεις - Σχόλια