Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
Δίκωλος (ο)
[Ουσιαστικό]
Γραφή στην Ποντιακή: Δίκωλος
Προφορά: δίκωλος
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Ερμηνεία:
αδελφός του Κιζίρ στο δράμα τη Μωμοέρ’
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Γενικά Σχόλια
Κύριο όνομα (χαρακτήρας δρωμένου).
Παρατηρήσεις - Σχόλια