Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιουρλαεύω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κιουρλα̤εύω Προφορά: κιουρλεαεύω
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    1) βγάζω δυνατή βοή
    2) ανάβει με θόρυβο
    3) φλέγομαι με θόρυβο
    4) ανάβει το όπλο μου με κρότο

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

    Παραδείγματα:
    1) Εκιουρλά̤εψαν τα τυφά̤γκ’ α̤τουν.
    2) Εκιουρλά̤εψεν ο πέσ̌κον.
    3) Εκιουρλά̤εψεν τ’ άψιμον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια