Ερμηνεία: ξεραίνομαι και γίνομαι εύθρυπτος
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κεβρεμέκ
Παράδειγμα: Τα στάχͮυα εκιοβρά̤εψαν και εκόπαν.