Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιβάτς (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κιβά̤τσ̌' Προφορά: κιβέατς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) πήλινο σκεύος μεγάλο αλλά αβαθές
    2) χαψία μαγειρεμένα με λάχανα, πατάτες

    Ιδίωμα:
    Σαντάς

Παρατηρήσεις - Σχόλια