Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

δίκλωπος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: δίκλωπος Προφορά: δίκλωπος
  1. πονηρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    συνθετικά από τον αριθμητικό δύο και το αρχαίο ουσιαστικό κλώψ = κλέφτης

    Παράδειγμα:
    Είχε πορτάρους δίκλωπους, αφέντες φοβετσάρους.

  2. διπρόσωπος, δόλιος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. διπρόσωπος, δόλιος, πονηρός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Προέλευση:
    από τα συνθετικά δίς + το αρχαίο ουσιαστικό κλώψ

Παρατηρήσεις - Σχόλια