Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κιανά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κα̤νά̤ Προφορά: κεανεά
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    το γύρω της σκάλας που έβαφαν με κόκκινο χρώμα καμιά 50 πόντους από το δάπεδο

    Ιδίωμα:
    Αργυρούπολης

    Χρήση από:
    συλλ. Π. Σαλαπασίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια