Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Με τα κιαζπαϊτσ̌ιλίκια η μετρούχα (μητρυιά) ’κ’ εφήν’νε άνθρωπο να έχει τα μάτια τ’ ανοιχτά.