Προ'εέυση: από τα συνθετικά εξ + οπίσ’
Παράδειγμα: Οξοπίσαινα γυναίκα εν’.
Ομόρριζα - Παράγωγα: οξοπίσ’ (ανάποδα) οξοπισλούχ' (αναποδιά)
Αρσενικό: Ενικός: οξοπίσης / οξοπί͜ης Πληθυντικός: οξοπίσοι / οξοπίσ'
Θηλυκό: Ενικός: οξοπίσαινα Πληθυντικός: οξοπίσ'
Ουδέτερο: Ενικός: οξοπίσικον / οξοπίσ'κον Πληθυντικός: οξοπίσικα / οξοπίσ'κα
Επίρρημα: οξοπίσ'
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.