Επιπλέον ερμηνεία: εκείνος που μεταφέρει στην πόλη κάτι να το πουλήσει
Παράδειγμα: Κάθουνταν κι ανάμεν’νε τσοί κετουρουτσ̌ήδες κάτ’ ν’ αγοράζ’νε.