Ερμηνείες: 1) απόκαμμα τσιγάρου 2) αποτσίγαρο
Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη κεσμέκ
Ιδίωμα: Λίτσασα
Παράδειγμα: Ση τσιγάρας το κεσμίκιν πά’ εχτατζ̌ής έντον.