Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κεσμίκιν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: κεσμίκιν Προφορά: κεσμίκιν
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) απόκαμμα τσιγάρου
    2) αποτσίγαρο

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη κεσμέκ

    Ιδίωμα:
    Λίτσασα

    Παράδειγμα:
    Ση τσιγάρας το κεσμίκιν πά’ εχτατζ̌ής έντον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια