Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

δίγω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: δίγω Προφορά: δίγω
  1. δίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Η χρά 'τ'ς (η χροιά της) εδίν'νεν κι επαίρ’νεν. (άλλαζε χρώμα)
    2) Νά̤ εδέκεν νά̤ επαίρεν. (χωρίς να σκεφθεί)
    3) Ο Θωμάς το περισσόν με τοι Σαντέτας εδίν'νεν κι επαίρ’νεν. (συναλλάσσομαι)
    4) Ψήν δίγω για τ’ ατόν. (θυσιάζομαι, κάμνω το πάν γι' αυτόν)
    5) Εδέκεν ο θεός και ’δέν ’κ’ επάθαμε.
    6) Τα χαλκοπούλια άμον τον ήλεν δίγ’νε και παίρ’νε.

    Προέλευση:
    από το αρχαίο ρήμα δίδωμι

    Ιδίωμα:
    Οινόης

  2. δίνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης
  3. δίνω Πηγή: Ελληνικό Λεξικό Ποντιακής Διαλέκτου - Πολυχρόνη Ι. Μαυροκεφαλίδη

Παρατηρήσεις - Σχόλια