Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
κεπουρεύω
[Ρήμα]
Γραφή στην Ποντιακή: κεπουρεύω
Προφορά: κεπουρεύω
αφρίζω
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
Προέλευση:
τουρκική
Παράδειγμα:
Εκεπούρεψεν το στόμαν ατ’.
Ομόρριζο - Παράγωγο:
κεπούρεμαν
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Παρατηρήσεις - Σχόλια