αναδέλφωτος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: αναδέλφωτος
Προφορά: αναδέλφωτος
-
που δεν φέρεται ως αδελφός
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
εχθρικός
αυτός που η συμπεριφορά του δεν είναι αδελφική
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
-
αυτός που δεν έχει αδελφική στοργή
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης