Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αναδέλφωτος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: αναδέλφωτος Προφορά: αναδέλφωτος
  1. που δεν φέρεται ως αδελφός Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Τ' αδέλφα̤ τ' αναδέλφωτα δέντρα χωρίς τα φύλλα.

  2. εχθρικός αυτός που η συμπεριφορά του δεν είναι αδελφική Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
  3. αυτός που δεν έχει αδελφική στοργή Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια