Ερμηνεία: σηκώνω επάνω το κεφάλι, μεταφορικά καλυτερεύω
Προέλευση: από την πρόθεση ανά και το ουσιαστικό κεφάλιν
Παράδειγμα: Πέσκα, ξένε, να μη σ'κούσαι, να μη ανακεφαλά̤εις.
Ενεστώτας: ανακεφαλά̤ζω Παρατατικός: ενεκεφαλίαζα Μέλλοντας: θα ανακεφαλά̤ζω Αόριστος: ενεκεφαλίασα
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.