Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ανάπαγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ανάπαγος Προφορά: ανάπαγος
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    που δεν θα αναπαυθεί στον άλλο κόσμο

    Προέλευση:
    από το στερητικό α και το ρήμα αναπάζω

    Παράδειγμα:
    Εκείνε η ανάπαγος η Στοφορίνα 'κ' αφήν' με να έρχουμαι.

  2. ξεκούραστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

    Άλλη ερμηνεία:
    ο ασυγχώρητος από τον Θεό

    Προέλευση:
    αναπάζω - από το αρχαίο ρήμα αναπαύω

Παρατηρήσεις - Σχόλια