Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κράτεμαν (το) [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κράτεμαν Προφορά: κράτεμαν
  1. κράτημα, βάτευση (για αγελάδα) 1) τήρηση συνήθειας ή εθίμου 2) υποστήριξη οικονομική ή ηθική Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια