Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ατσελέν [Επίρρημα]

Γραφή στην Ποντιακή: ατσ̌ελέν Προφορά: ατσελέν
  1. βιαστικά Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ιδίωμα:
    Τσακράκ

    Προέλευση:
    τουρκική, από την τουρκική λέξη αϊσ̌ελέ

    Παράδειγμα:
    Γιατί τρέεις ατόσον ατσ̌ελέν;

  2. απαραίτητο Πηγή: Ανέκδοτη Προσωπική Συλλογή Δημητριάδη Μάριου

Παρατηρήσεις - Σχόλια