Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ζιλπά (η) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ζιλπά , 2. ζιλπά̤ Προφορά: ζιλπεά
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) μέλι ανακατωμένο με ψίχα φουντουκιού (καντζία)
    2) γιαούρτι ανακατωμένο με μέλι

    Παράδειγμα:
    Ζιλπά̤ν πά' να έν' κί τρώγω. (το θεωρούσαν πολύ γλυκό γι' αυτό και έλεγαν την φράση)

  2. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    γιαούρτι ανακατωμένο με μέλι

    Προέλευση:
    τουρκική

Παρατηρήσεις - Σχόλια