Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Απόψ’ είδα ’ναν όρωμαν έτον πολλά ατσ̌αΐπ'κον.
Αρσενικό: Ενικός: ατσαΐπης / ατσαΐπ'ς Πληθυντικός: ατσαΐποι
Θηλυκό: Ενικός: ατσαΐπισα / ατσαΐπ'σα , ατσαΐπαινα Πληθυντικός: ατσαΐπ'
Ουδέτερο: Ενικός: ατσαΐπικον / ατσαΐπ'κον Πληθυντικός: ατσαΐπικα / ατσαΐπ'κα
Επίρρημα: ατσαΐπ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.