Προέλευση: από το στερητικό α- και την τουρκική λέξη doğramak
Παράδειγμα: Το κρέας ατογράευτον έν’.
Αρσενικό: Ενικός: ατογράευτος Πληθυντικός: ατογράευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατογράευτος , ατογράευτεσα Πληθυντικός: ατογράευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατογράευτον Πληθυντικός: ατογράευτα
Επίρρημα: ατογράευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.