Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει ξυστεί με ξύστρα
Παράδειγμα: Πάντα τ’ άλογον ατ’ ατιμάρευτον έν’.
Αρσενικό: Ενικός: ατιμάρευτος Πληθυντικός: ατιμάρευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατιμάρευτος Πληθυντικός: ατιμάρευτα
Ουδέτερο: Ενικός: ατιμάρευτον Πληθυντικός: ατιμάρευτα
Επίρρημα: ατιμάρευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.