Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει βαλθεί στη σειρά, στον αρμαθό
Αρσενικό: Ενικός: ατίζευος Πληθυντικός: ατίζευοι
Θηλυκό: Ενικός: ατίζευος Πληθυντικός: ατίζευοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατίζευον Πληθυντικός: ατίζευα
Επίρρημα: ατίζευα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.