Ερμηνεία: εκείνος που δεν έχει σκεπαστεί με τενεκέ
Προέλευση: από το στερητικό α- και το τενεκέ
Αρσενικό: Ενικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτος Πληθυντικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτος Πληθυντικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτον Πληθυντικός: ατα̤να̤κιαλά̤ευτα
Επίρρημα: ατα̤να̤κιαλά̤ευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας.