Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

κουφώνω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: κουφώνω Προφορά: κουφώνω
  1. 1) γίνομαι κούφιος, βαθουλός 2) σκάβοντας κάνω κουφάλα Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια