Ερμηνεία: το ψωμί που δεν έχει ξαναμπεί στο φούρνο για να μη μουχλιάσει
Προέλευση: τουρκική, από το στερητικό α- και την τουρκική λέξη tazlemek
Αρσενικό: Ενικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτος Πληθυντικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτοι
Θηλυκό: Ενικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτος Πληθυντικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτοι
Ουδέτερο: Ενικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτον Πληθυντικός: ατα̤ζα̤λά̤ευτα
Επίρρημα: ατα̤ζα̤λά̤ευτα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.