Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

Ασχάρτς (ο) [Ουσιαστικό, Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. Ασχάρτς , 2. ασχάρτς Προφορά: ασχάρτς
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνείες:
    1) όνομα βοδιού με άσπρα σημάδια στο μέτωπο (Ιδίωμα: Σταυρί)
    2) εκείνος που διακρίνεται από ελάττωμα (μεταφορικά)

Παρατηρήσεις - Σχόλια