Ερμηνεία: εκείνος που "’κί συγκλίσ̌κεται", δεν σκύβει
Αρσενικό: Ενικός: ασύγκλιστος Πληθυντικός: ασύγκλιστοι
Θηλυκό: Ενικός: ασύγκλιστος Πληθυντικός: ασύγκλιστοι
Ουδέτερο: Ενικός: ασύγκλιστον Πληθυντικός: ασύγκλιστα
Επίρρημα: ασύγκλιστα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.