Ερμηνεία: που δεν έχει γίνει στρογγυλός
Παράδειγμα: Εφέκεν το χͮερομύλ’ αστρογγύλιγον.
Αρσενικό: Ενικός: αστρογγύλιγος Πληθυντικός: αστρογγύλιγοι
Θηλυκό: Ενικός: αστρογγύλιγος Πληθυντικός: αστρογγύλιγοι
Ουδέτερο: Ενικός: αστρογγύλιγον Πληθυντικός: αστρογγύλιγα
Επίρρημα: αστρογγύλιγα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.