Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη kiymak
Παραδείγματα: 1) Εγούεψα να γνεφίζω σε. 2) Να τρώει πα εγουεύ’.
Ενεστώτας: εγουεύω Παρατατικός: εγούευα Μέλλοντας: θα εγουεύω Αόριστος: εγούεψα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.