Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

ασπρίζω [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ασπρίζω Προφορά: ασπρίζω
  1. Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    Ερμηνεία:
    βάφω με ασβέστη

Παρατηρήσεις - Σχόλια