Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19841 λήμματα

άσπρον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: άσπρον Προφορά: άσπρον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    η μικρότερη νομισματική μονάδα της Τουρκίας (το 1/3 του παρά)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνεία:
    1) Μη τερείς τα γένεια μ’ άσπρα, έχω πέντε φούντας άσπρα.
    2) Τα χρήματα τ’ άσπρα κατηβάζ’νε τ’ άστρα̤.
    3) Σην ταφήν ατ’ εκεί έμ’νε κι ασ' άσπρον ατ’ επήρα. (σάβανο)

  2. νόμισμα Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    άσπρα (τα) = νομίσματα

Παρατηρήσεις - Σχόλια