Ερμηνεία: αυτός που έχει άσπρο πρόσωπο και κόκκινα μάγουλα
Παράδειγμα: Κορ’τσόπον ασπροκόκκινον ο πρόσωπος φωτάζει.
Αρσενικό: Ενικός: ασπροκόκκινος Πληθυντικός: ασπροκόκκινοι
Θηλυκό: Ενικός: ασπροκόκκινος Πληθυντικός: ασπροκόκκινοι
Ουδέτερο: Ενικός: ασπροκόκκινον Πληθυντικός: ασπροκόκκινα
Επίρρημα: ασπροκόκκινα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.