Ερμηνεία: με άσπρη βούλα στο μέτωπο
Ασπροκάτσ’κον αελάδ’, σ̌κίζ’ τ’ ορμίν και κατηβαίν’.
αυτός που έχει άσπρο (καθαρό) μέτωπο και άρα σε τίποτα κατακριτέος
Αρσενικό: Ενικός: ασπροκάτσης / ασπροκάτσ' Πληθυντικός: ασπροκάτσοι / ασπροκάτσ'
Θηλυκό: Ενικός: ασπροκάτσαινα Πληθυντικός: ασπροκάτσ'
Ουδέτερο: Ενικός: ασπροκάτσ'κον Πληθυντικός: ασπροκάτσ'κα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους, λόγω σημασιολογίας. Ο αρχικός τύπος σε αιτιατική ενικού.