Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασπόγγιγος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: 1. ασπόγγιγος , 2. ασ̌πόγγιγος Προφορά: ασπόγγιγος
  1. ασκούπιστος, ασφουγγάριστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παράδειγμα:
    Οντάς ελέπ' την αυλήν ασπόγγιγον, θα γελά μας.

  2. ασκούπιστος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου - Κηρυκόπουλος Μιλτιάδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια