Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασπαλώ [Ρήμα]

Γραφή στην Ποντιακή: ασπαλώ Προφορά: ασπαλώ
  1. ασφαλίζω, κλείνω Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Προέλευση:
    από το ασφαλίζω

    Παραδείγματα:
    1) Τ’ έναν ανοίγει και εμπαίν’ τ’ άλλ’ ασπαλεί και πάει.
    2) Τ’ εσά τ’ ομμάτα̤ που τερεί τ’ εκεινού ’κ’ ασπαλίουν.

  2. κλείνω, σφραγίζω Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια