Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Λεξικά
Γραμματική
Παιχνίδια
Φορείς
Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης
Αναζήτηση
Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα
Μετάβαση στο κυρίως περιεχόμενο
ασκεμόπλαστος (ο)
[Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌κεμόπλαστος
Προφορά: ασκεμόπλαστος
κακάσχημος
αυτός που δεν έχει καλή εμφάνιση
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης
Παρατηρήσεις - Σχόλια
Συνώνυμα
ασκεμόχτιστος (ο)
άσκεμος (ο)
Αντώνυμα
έμορφος (ο)
παντέμορφος (ο)
χιλέμορφος (ο)
Παρατηρήσεις - Σχόλια