Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασκηταρείον (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: ασκηταρείον Προφορά: ασκηταρείον
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    καλύβα του ασκητή

    Παράδειγμα:
    Μάνα, τ’ έρημον την ο(ν)τά μ’ ασκηταρείον ποίσον.

Παρατηρήσεις - Σχόλια