Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

άσκεμος (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: άσ̌κεμος Προφορά: άσκεμος
  1. άσχημος Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Παραδείγματα - Επιπλέον Ερμηνείες:
    1) Την άχαρον την άσ̌κεμον όλ’ βλαστημούν τον κύρ’ν ατ’ς.
    2) Με το μαχͮαίρ’ εξύρτσα τα γολτούχα μ’ και τ’ άσ̌κεμα τα κρέατα μ’. (άσ̌κεμα κρέατα = όργανα
    αναπαραγωγής)
    3) Το κρέας ατ’ άσ̌κεμον. (που μολύνεται εύκολα και θεραπεύεται δύσκολα)

  2. άσχημος Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

    τα άσκεμα

    Ερμηνείες:
    1) απρεπώς τα γεννητικά όργανα του άνδρα
    2) τα άσχημα στην εμφάνιση

Παρατηρήσεις - Σχόλια