ασκεμόχτιστος (ο) [Επίθετο]
Γραφή στην Ποντιακή: ασ̌κεμόχτιστος
Προφορά: ασκεμόχτιστος
-
κακοφτιαγμένος, άσχημος
αυτός που έχει άσχημα χαρακτηριστικά
Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)
-
κακάσχημος
αυτός που δεν έχει καλή εμφάνιση
Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης