Προέλευση: τουρκική, από την τουρκική λέξη βακουτλή
Παράδειγμα: Είχͮεν μαγαζίν σην Γιάλταν και επεΐ βαχουτλούς έτον.
Αρσενικό: Ενικός: βαχουτλούς Πληθυντικός: βαχουτλούδες / βαχουτλήδες
Θηλυκό: Ενικός: βαχουτλούσα Πληθυντικός: βαχουτλούδες / βαχουτλήδες
Σχόλιο: Αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.