Ερμηνεία: που δεν έχει περιφραχθεί
Προέλευση: τουρκική
Παράδειγμα: Το κεπί μ’ ασάρευον έν’.
Αρσενικό: Ενικός: ασάρευος Πληθυντικός: ασάρευοι
Θηλυκό: Ενικός: ασάρευος Πληθυντικός: ασάρευοι
Ουδέτερο: Ενικός: ασάρευον Πληθυντικός: ασάρευα
Σχόλιο: αναλογικός σχηματισμός, εύχρηστο σε ορισμένους τύπους.