Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

ασαευτωτός (ο) [Επίθετο]

Γραφή στην Ποντιακή: ασαευτωτός Προφορά: ασαευτωτός
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    ο λίγο απρόσεκτος

    Ομόρριζα - Παράγωγα:
    1) ασαευτοσ̌ύνα̤ = απροσεξία
    2) ασάευτος = απρόσεκτος

Παρατηρήσεις - Σχόλια