Ερμηνεία: έλεγαν στα Σούρμενα καλαμπόκι ψημένο που έφερναν στην εκκλησία την Καθαρά Δευτέρα
Ενικός: αρμενοκόλλυβον Πληθυντικός: αρμενοκόλλυβα