Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

αρμενοκόλλυβα (τα) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: αρμενοκόλλυβα Προφορά: αρμενοκόλλυβα
  1. Πηγή: Λεξικό της Ποντιακής Διαλέκτου Στάθη Αθανασιάδη (Γεροστάθη)

    Ερμηνεία:
    έλεγαν στα Σούρμενα καλαμπόκι ψημένο που έφερναν στην εκκλησία την Καθαρά Δευτέρα

Παρατηρήσεις - Σχόλια