Αναζήτησε τη μετάφραση μίας λέξης

Στο λεξικό είναι καταχωρισμένα 19840 λήμματα

φεγγογέννεμαν (το) [Ουσιαστικό]

Γραφή στην Ποντιακή: φεγγογέννεμαν Προφορά: φεγγογέννεμαν
  1. το νέο φεγγάρι Πηγή: Ιδίωμα Χαψίκιοϊ και Περιχώρων - Στυλιανός Κων. Κυκκίδης

Παρατηρήσεις - Σχόλια